διαγωνία

διᾰγων-ία, ,
A struggle, Max.Tyr.1.1. (Fort. διαφωνία.)

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διαγωνίᾳ — διαγωνίᾱͅ , διαγωνία struggle fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαγώνια — διαγώνιος from angle to angle neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαγωνίας — διαγωνίᾱς , διαγωνία struggle fem acc pl διαγωνίᾱς , διαγωνία struggle fem gen sg (attic doric aeolic) διαγωνίᾱς , διαγωνιάω stand in dread of imperf ind act 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαγωνιάσας — διαγωνιά̱σᾱς , διαγωνιάω stand in dread of pres part act fem acc pl (doric) διαγωνιά̱σᾱς , διαγωνιάω stand in dread of pres part act fem gen sg (doric) διαγωνιά̱σᾱς , διαγωνιάω stand in dread of aor part act masc nom/voc sg (attic epic doric… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαγωνιᾶν — διαγωνία struggle fem gen pl (doric aeolic) διαγωνιάω stand in dread of pres part act masc voc sg (doric aeolic) διαγωνιάω stand in dread of pres part act neut nom/voc/acc sg (doric aeolic) διαγωνιάω stand in dread of pres part act masc nom sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαγωνιάσαντας — διαγωνιά̱σαντας , διαγωνιάω stand in dread of aor part act masc acc pl (attic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαγωνιάσαντες — διαγωνιά̱σαντες , διαγωνιάω stand in dread of aor part act masc nom/voc pl (attic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαγωνιῶν — διαγωνία struggle fem gen pl διαγωνιάω stand in dread of pres part act masc voc sg διαγωνιάω stand in dread of pres part act neut nom/voc/acc sg διαγωνιάω stand in dread of pres part act masc nom sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκάκι — Το παιχνίδι για δύο άτομα, με πεσσούς, (πιόνια), οι οποίοι καθώς μετακινούνται από τους παίχτες, σύμφωνα με ορισμένους κανόνες, δίνουν τη σχηματική διεξαγωγή μιας μάχης. Κατάγεται πιθανότατα από την Ινδία (η λέξη προέρχεται από το περσικό σαχ,… …   Dictionary of Greek

  • Κιστερκιανοί — Μοναχικό τάγμα της Δυτ. Καθολικής Εκκλησίας. Η ονομασία προήλθε από τη Σιτό (λατ. Cistercium), περιοχή της ανατολικής Γαλλίας όπου ο αβάς της Μολέμ Ροβέρτος και μερικοί σύντροφοί του ίδρυσαν μία μονή, το 1098. Η κίνηση αυτή, στην οργάνωση της… …   Dictionary of Greek

  • διποδισμός — ο ο φυσικός βηματισμός του αλόγου και άλλων ζώων τα οποία διαδοχικά ανυψώνουν τα δύο διαγώνια πόδια τους και στηρίζονται στα άλλα δύο διαγώνια …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.